ἱκαναῖς

ἱκαναῖς
ἱκανός
sufficing
fem dat pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Papyrus 112 — Manuskripte des Neuen Testaments Papyri • Unziale • Minuskeln • Lektionare Papyrus 112 Name …   Deutsch Wikipedia

  • κατακτείνω — (Α) 1. φονεύω, σκοτώνω («τὴν μητέρ ... εἰ κατέκτονας», Αισχύλ.) 2. τραυματίζω σοβαρά, κακοποιώ («πληγαῑς ἱκαναῑς με κατέκτειναν»). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + κτείνω «φονεύω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”